navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δίσεκτος και δίσεχτος

δίσεκτος

Και: δίσεχτος

-η, -ο, επίθ.

  1. ο χρόνος που έχει 366 ημέρες
  2. (μτφ.) χρόνος με δυσκολίες και συμφορές.

Ετυμολογία

< μσν. δίσεκτος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίσεκτος και δίσεχτος», σ. 229. https://navalhistory.gr/lexiko/δισεκτοσ-και-δισεχτοσ/