αδειάζω
ρ. [μετβ. και αμετβ.]
1, αφαιρώ το περιεχόμενο ενός αντικειμένου, συνών. εκκενώνω, 2. μεταφέρω το περιεχόμενο σε άλλο χώρο, 3. ελευθερώνομαι, 4. (μτφ.) βρίσκομαι σε ψυχική και πνευματική κενότητα, 5. έχω ελεύθερο χρόνο.
Ετυμολογία
< μσν. αδειάζω < αρχ. ἄδεια [δες λ.].
Παράγωγα
αδειαστής [= εργάτης που φορτώνει ή ξεφορτώνει αντικείμενα], αδειαστικά [= αμοιβή που δίνεται σε εργάτη για το φόρτωμα ή ξεφόρτωμα αντικειμένων].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αδειάζω», σ. 41. https://navalhistory.gr/lexiko/αδειαζω/