αλυσοδένω
ρ. [μετβ.]
- δένω κάποιον ή κάτι με αλυσίδες, συνών. αλυσιδώνω
- (μτφ.) αιχμαλωτίζω.
Ετυμολογία
< μσν. αλυσοδένω < άλυσ(ος) -ο- [< αρχ. ἅλυσις ] + δένω.
Παράγωγα
αλυσόδωμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλυσοδένω», σ. 69. https://navalhistory.gr/lexiko/αλυσοδενω/