navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αλυσοδένω

αλυσοδένω

ρ. [μετβ.]

  1. δένω κάποιον ή κάτι με αλυσίδες, συνών. αλυσιδώνω
  2. (μτφ.) αιχμαλωτίζω.

Ετυμολογία

< μσν. αλυσοδένω < άλυσ(ος) -ο- [< αρχ. ἅλυσις ] + δένω.

Παράγωγα

αλυσόδωμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλυσοδένω», σ. 69. https://navalhistory.gr/lexiko/αλυσοδενω/