σκαλώνω
ρ. [αμετβ.]
- [συνήθ. στο γ' πρόσ.] σφηνώνομαι ή αγκιστρώνομαι σε δύσκολο σημείο
- (μτφ.) συναντώ εμπόδια, προσκρούω σε κάτι, σκοντάφτω
Ετυμολογία
< μσν. σκαλώνω < σκάλ(α) + -ώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκαλώνω», σσ. 762-763. https://navalhistory.gr/lexiko/σκαλωνω/