navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκαλώνω

σκαλώνω

ρ. [αμετβ.]

  1. [συνήθ. στο γ' πρόσ.] σφηνώνομαι ή αγκιστρώνομαι σε δύσκολο σημείο
  2. (μτφ.) συναντώ εμπόδια, προσκρούω σε κάτι, σκοντάφτω

Ετυμολογία

< μσν. σκαλώνω < σκάλ(α) + -ώνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκαλώνω», σσ. 762-763. https://navalhistory.gr/lexiko/σκαλωνω/