ψάθα
η, ουσ.
- (φυτολ.) ποώδες φυτό, που φύεται και αναπτύσσεται κυρίως στα έλη ή στους βάλτους, τύφη η στενόφυλλος ή παπύρι
- (ενδυμ.) καπέλο φτιαγμένο από στελέχη του παραπάνω φυτού
- συμπαγές πλεκτό από άχυρο, από καλάμια, από βούρλα ή κλαδιά λυγαριάς που χρησιμοποιείται ως χαλί, τσάντα κ.λπ.
- (φρ.) «πέθανε στην ψάθα», κάποιος που πέθανε πάμφτωχος
- (ναυπ.) ονομασία μεγάλου πανιού ιστιοφόρων σκαφών, τραπεζοειδούς σχήματος, γνωστό και ως ράντα [με κάποιες μικρές διαφοροποιήσεις ως προς το σχήμα], «ψάθα ακατίου / επιδρόμου / μεγίστης / χωρίσματος».
Ετυμολογία
< μσν. ψάθα.
Παράγωγα
ψαθώνω > ψάθωμα, ψάθινος.
Σύνθετα
ψαθοποιείο, ψαθόπλεχτος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ψάθα», σ. 926. https://navalhistory.gr/lexiko/ψαθα/