navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ψ › ψάθα

ψάθα

η, ουσ.

  1. (φυτολ.) ποώδες φυτό, που φύεται και αναπτύσσεται κυρίως στα έλη ή στους βάλτους, τύφη η στενόφυλλος ή παπύρι
  2. (ενδυμ.) καπέλο φτιαγμένο από στελέχη του παραπάνω φυτού
  3. συμπαγές πλεκτό από άχυρο, από καλάμια, από βούρλα ή κλαδιά λυγαριάς που χρησιμοποιείται ως χαλί, τσάντα κ.λπ.
  4. (φρ.) «πέθανε στην ψάθα», κάποιος που πέθανε πάμφτωχος
  5. (ναυπ.) ονομασία μεγάλου πανιού ιστιοφόρων σκαφών, τραπεζοειδούς σχήματος, γνωστό και ως ράντα [με κάποιες μικρές διαφοροποιήσεις ως προς το σχήμα], «ψάθα ακατίου / επιδρόμου / μεγίστης / χωρίσματος».

Ετυμολογία

< μσν. ψάθα.

Παράγωγα

ψαθώνω > ψάθωμα, ψάθινος.

Σύνθετα

ψαθοποιείο, ψαθόπλεχτος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ψάθα», σ. 926. https://navalhistory.gr/lexiko/ψαθα/