Λεξικό της Θάλασσας › Προέλευση λέξεων › Ιταλικά
Ιταλικά
583 λέξεις
583 λέξεις που ήρθαν κατευθείαν από τα ιταλικά, σύμφωνα με την ετυμολογία του λεξικού.
- αβαντζάρω και αβαντσάρω και αβαντζαίρω
- αβάντι και αβάντε
- αβαράρω και αβαρίζω και αβαρέρνω
- αβαρία
- αβαριάτος
- αβιζάρω
- αγάντα
- αγιουτάντης
- αγιούτο
- αγκουρέτο
- ακόντρα
- ακοστάρω
- ακουαμαρίνα
- ακουάριο
- ακουαφόρτε και άκουα φόρτε
- ακροφιγούρα
- αλάργα
- αλαργάρω
- αλάρω
- αλέστα, και αλέρτα
- αλιάδα
- άλμπατρος
- αλπακάς
- αλτσάνα και αλτζάνα και λανζτάνα
- αμολά(ρ)ω και ξαμολάω
- αμορόζος
- αμπαλάρω
- αμπαντονάρω
- αμπάρα και μπάρα
- αμπάρι
- ανέλο
- αντενάλιν
- αντίο
- απαλάμιστος
- απίκο(υ)
- αποθεραπεία
- απούντο
- αργανέλα και αργκανέλα
- αργανέλο
- άργανο
- αριβάρω
- αρμαδούρα και αρματούρα
- αρμαδούρος και αρμαδόρος και αρματόρος
- αρχιπέλαγο(ς)
- ατζέντα
- βαγόνι
- βαλίτσα
- βαπορέτο
- βαπόρι και παπόρι
- βαρδαβέλα
- βαρδιόλα
- βαρέλι
- βαρελότο
- βάρκα
- βα(τ)σέλλο
- βελαστράλι
- Βενετία
- βεντουρίμετρο
- βερνιέρος
- βίζα
- βίρα
- βιράρισμα
- βιράρω
- βόλτα
- βολτάρω
- βολτατζάρω και βολτετζάρω
- βόμβα και μπόμπα
- βομβάρδα και μπομπάρδα, βουμπάρδα
- βριγαντίνο ή βεργαντίνο ή περγαντίνο
- Βρινδήσιο(ν)
- γαλέα
- γαλεά(τ)σα*1 και γαλιάτσα*2 και γαλλιάτζα
- γαλόνι²
- γάμπαρη
- γάμπια
- γάσ(σ)α και γαντζα
- γενεράλης
- Γένοβα και Γένουα και Τζένοβα
- γκάγκαρο
- γ(κ)ράπα και γράππα
- γκρίζος
- γομ(μ)αλάκ(κ)α
- γονδολιέρης και γονδολιέρος
- γουρδέλι και κορδέλι
- γραδάρω
- γραδελάδα και γραντελάδα
- γράδο
- γράσο και γκράσο
- γρύλ(λ)ος
- δαμιτζάνα
- δελαπαντιέρηδες
- δεσπέντσα και δεσπέντζα και δισπέντζα
- δεστινάδο
- διαμάντι
- διάνα
- δισβάρκο και ντισμπάρκο και ντε(σ)μπάρκο
- δόγα και δούγα και ντόγα και ντούγια
- δράγ(γ)α και ντράγα
- εβίβα και βίβα
- έγια μόλα
- ετικέτ(τ)α
- ζαγκέτα
- ζαμπούκος και σαμπούκος
- Ιταλία
- καβά(ν)τζα
- καβέτο
- καβίλια
- καβιτέλλο
- καβοντάργανο, και καβολάργανο
- καδερνάλιο
- καδρόνι
- καζίνο
- καλαμίτα
- κάλμα
- κάμα
- καμινέτο
- καμπανέλι
- καμπίνα
- κανδηλιέρι
- κανδιλίτσα και καντηλίτσα
- κανοκιάλι και κιανοκιάλι
- κανονάτα
- καντάρι
- καντίνα
- κάπα
- καπάδικο
- καπάρο
- καπελ(λ)άγιο
- καπελάρω και καπελλάρω
- καπέλο
- καπιτάνα και καπιτάνια
- καπόνι
- κάπος
- καπουτσίνος
- καραβάνα
- καραβέλα
- καραμποτίνι
- καραντίνα
- καρατάρω
- καρατέλο
- καρ(ε)νάγιο
- καρενάρω και καρινάρω
- καριέρα
- καρίνα και καρένα
- καρλίνο ή γαρλίνο και καρλίνι
- καρνάγιο και καρενάγιο
- καρονάδα
- καρότσα
- κάρτα
- καρτέλα
- κάσα
- κασέτα
- κάσκα
- κασκαβάλι
- κασκέτο
- κάσ(σ)αρο
- καστάνια
- καστανιόλα
- κατσάρω
- κόβα
- κολόμπα
- κολομπίρι
- κομοδίνο
- κοντρακόβα
- κόντρα κουρτελατσίνι
- κόντρα μετζάνα και κοντραμετζάνα
- κοντραμπαντιέρης και κοντραμπατζής
- κοντραμπάντο
- κοντραμπέλμπερης
- κοντραμπράτσο
- κοντραστίγκος και κόντρα στίγκος
- κοντραφλόκος
- κοντρολάρω, -ομαι
- κορβέτα
- κορδέλα
- κορδόνι
- κόρνα
- κότερο και κόττερο
- κοτσάρω
- κουδέττα
- κουζίνα
- κουκέτα
- κουμαντάρω
- κουμπάνια
- κουντρίνι ή κουντρουλίνι
- κούντρος και κούντρας, ή σίπαρος
- κουριέρα
- κουρντίζω και κουρδίζω και χορδίζω
- κουρρέντι
- κουρτελατσίνι
- Κριμαία
- κρούστα
- λαβομάνο
- λάμα
- λαντσάδο
- λαντσόνι
- λαπάτσα
- λασκάρω
- λάσκος
- λάστιχο
- λατίνι
- λεβάρω
- Λιβόρνο
- λικουρίνι και λυκο(υ)ρίνι
- λίμα
- λινάτσα
- λίστα
- λοστρόμος και νοστρόμος
- λουκέτο
- λουστράρω
- λούστρο
- μαγγιώρα
- μάκενα και μάκινα
- μακινέτο
- μαλάρια
- μαλαφράντζα
- μανέλα
- μανιβέλα και μαναβέλα
- μάνικα
- μανκάρω
- μαρινάριος και μαρ(ι)νέρος
- μαρινάρω
- μαρινάτα και μαρινάδα
- μαρινάτος
- μαρινατούρα
- μάρκα
- μαρκάρω και μαρκαρίζω
- μαρκόνι
- Μαρόκο
- μαρτίγος
- μαρτσιλιάνα και μπαρτσελιάνα και μπαρτσιλιάνα
- μάτσα
- ματσακόνι
- ματσόλα
- Μαυροβούνιο ή Μοντενέγκρο
- μεζούρα
- με(ν)τζάνα
- με(ν)τζαρόλι
- με(ν)τζάστρα
- μεσσήνα και μεσ(σ)ηνέζα και μεσινέζα
- μετάλλιο
- μετζαβόλτα και μετζοβόλτα
- μέτζο
- μετζοκάμαρο
- μετζοκάσσαρο
- μίνιο
- μίστικο ή μύστικο
- μόδολο
- μόλα
- μολάρω και μολαίρνω
- μονταδόρος
- μοντάρω
- μοντέλο
- μόρσα
- μοτόρι
- μουλιάζω
- μούρα
- μουράτο
- μουρούνα
- μουστέλα
- μούτσος
- μπαγ(ι)έτο και μπαλιέτο
- μπαγιονέτ(α)
- μπαζάρω
- μπαλαίνα και μπαναίλα
- μπαλέστρα και παλέστρα
- μπαλκόνι
- μπανιάρω
- μπάνιο
- μπαντονάρω ή αμπαντονάρω, και πατονιάρω
- μπαούλο
- Μπάρι
- μπαρκάρω
- (μ)παρκέτα ή παρουκέτα
- μπαρκομπέστια
- μπαρμπαρέσα
- (μ)πασαμέντο
- μπασογάμπια
- μπάστα
- μπαστούνι
- μπατάρω και μπατέρνω
- μπάφα
- μπελαμάνα
- μπερτόνι
- μπίγα
- μπιγ(κ)ότα και μπαγιότα
- μπιέλ(λ)α
- (μ)πίντα
- μπλάβος
- (μ)πόμπα
- (μ)πομπρέσο
- μπορ(ν)τάδα και μπορτετζάδα
- μπότης
- μπότσα
- μπο(υ)καδούρα
- μπουκαπόρτα
- μπουκάρω
- μπούμα
- μπούνι
- μπούρδος
- μπουρίνα
- μπραγκόζο και μπραγότσο
- (μ)πρακαρόλα
- μπράντα
- μπρατσάρω
- μπρατσόλι
- μπρούλι και μπριόλιν
- νάβα
- ναβέτα
- Νάπολη
- νετάρω
- νετρόνιο
- νιτσεράδα και ιντσεράδα
- ντάνα και δάνα
- (ν)τάρα
- (ν)ταρντάνα
- ντεπόζιτο
- ντογάνα
- ντουγανιέρης
- ντράγα και δράγα
- (ν)τρίτσα και δρίτσα
- (ν)τρότσα
- ξεβιράρω
- ξεμοντάρω
- όκιο
- ομπρέλ(λ)α
- ορτσάρω
- Οτράντο ή Ότραντο
- παγαία
- πακέτο
- πάκ(κ)ο
- παλαμάρι
- παλαμαριάζω και παλαμάρω
- Παλέρμο
- παλιάρισμα
- παλίνουρος
- παλισ(σ)άντρα και παλισάνδρα και παλισάνδρη
- παντιέρα και μπαντιέρα
- παραμίνα
- παραπέτο
- παρκάρω
- παρκέτα
- παρκέτο
- παρο(υ)κέτο
- παρτέ(ν)τζα
- πασα(μ)πάγκος
- πασατζέρικο
- πασέτο
- παταράτσο
- πατέντα
- πατερνάρω και πατουρνάρω
- πατσαβούρα
- Πέζαρο
- πένσα
- περίτης
- πέρλα
- πεσκαδούρος
- πεσκαντρίτσα, ή πεσκανδρίτσα, ή μπεσκαντρίτσα
- Πεσκάρα
- πεσκάρω
- πετσέτα
- πέτ(τ)ο
- πιγκουίνος
- πικάγιο
- πίκι
- πιλοτάρω
- πιλοτίνα
- πινελάρω
- πινό
- πίρος
- πιστολέτο
- πλίκος
- πολάκα
- πόμολο
- πόμπα
- ποντίλα
- ποντίλι και ποντάλι
- πορτέλο
- πόρτο
- πορτογ(κ)έζα
- πορτολάνος ή πορτουλάνος
- πορτοφόλι
- πόστα1
- πόστα2
- ποστάλι
- πόστο
- ποτάσ(σ)α
- πο(υ)νέντες και πουνέντης
- πούντα
- πουντέλι και μπουντέλι και ποντάλι ή ποντίλι
- πούντος
- πράγκα ή μπράγκα
- πραγκαρόλι
- πρέσα
- πρίμος
- πρυμάτσα
- ραδιόλα
- ράντα
- ραπόρτο και ρεπόρτο
- ράσπα
- ραφιναμέντο
- ραφινάρω
- ρεγκάτα
- ρεγουλάρω
- ρεζέρβα
- ρελέβο
- ρεμετζάρω
- ρεμέτζο και ρεμέ(ντ)ζο
- ρεσπέτος
- ρεφόρτσο
- ρεφούλι
- ρεφούτζιο
- ρισκάρω
- ροδάντζα
- ροντάρω
- ρότα
- σαγιαφόρος και σαλιαφόρος
- σάλα
- σαλ(α)μάστρα
- σαλόνι
- σάλπα και σάρπα και σάρπη και σάλπη
- σαλπάρω
- σαλταμάρκα και σανταμάρκα, ή σοταμπάρκα
- σάντολο
- Σαπιέντζα
- σέγα
- σεντίνα
- σεντινόνερο
- σερ(α)μπούνια
- σεραπινέλο
- σερβιτόρος
- σερβίτσιο
- σέσουλα
- σε(σ)τάντε
- σία
- σιάρω
- σιγαρέτο
- σιγάτσα και σεγάτσα
- σινιάλο και σενιάλο
- σιροκολεβάντες και σοροκολεβάντες
- σιρόκος και σορόκος
- σιφάντο
- σκαλιέρα
- σκαμπαβία
- σκαμπανεβάζω
- σκά(ν)τζα
- σκάπουλος
- σκαρπέλο και σκαλπέλο
- σκαρτάρω
- σκάρτος
- σκόλπο
- σκορβούτο και σκορμπούτο
- σκορτσάρω
- σκόρτσο
- σκότα και σκόττα
- σκοτίνα
- σκουλάρω
- σκούνα
- σκουπαμάρα
- σκούφος
- σοβεντάρω
- σοβερτάρω και σουρβετάρω και σουρφετάρω
- σοβρανάρω
- σοβράνος
- σόδα
- σοκάρω
- σόντα
- σοντάρω
- σόπρα
- σοροκάδα
- σπάγκος και σπάγγος
- σπαρματσέτο και σπερματσέτο
- σπεράντζα και σπεράντσα
- σπιανάδα
- σπιάντζα
- σπίρτο
- σπόρκα
- σταβέντο και σταβέτο και σοττοβέντο
- σταλία
- στανιάρω
- σταν-τεμόρος
- στάντες
- σταντζαβέλα
- στα(ν)τζόλα
- στάντζος
- στέλα
- στελάδο
- στιγκάρω
- στιλέτο
- στιμάρω
- στοκοφίσι
- στραλιέρα
- στράλι(ο)
- στραπάτσο
- στραπόρτο και τρασπόρτο και τρασπόρτι
- στρωμάτσο
- Συρακούσες
- σφιλάτσο
- σφόρτσος
- τάλια
- ταλιαμάς και νταλιαμάς
- ταμπούκι και ταμπούκιο
- τανάλια
- ταπέτο
- Τάραντας
- ταρταρούγα
- τεζάρω
- τελάρο
- Τεργέστη
- τεσταμόρος ή τεσταντεμόρος
- τζιρούνι και τζηρούνι
- τιμονιέρης
- τιράγιο
- τιραμόλα
- τιραμολάρω
- τιράντα
- τόμπολο
- τονάρα
- τονελάδα
- τόνος3
- τούμπο
- τουρέλο
- τουρκέτο
- τραβερσάδα
- τραβερσάρω
- τραβέρσο
- τρακάρω και τρακέρνω
- τραμπάκουλο
- τράφικο
- τρεμεντίνα
- τρεπόντης και τρεπόντες και τριπόντες
- τρίγγος και τρίγκος
- τριτσαρόλι
- τρόμπα και τρούμπα
- τρόμπα μαρίνα
- τρομπάρω και τρουμπάρω
- τσένερα
- τσέρκι
- Τσερίγο και Τσιρίγο
- τσιβάδα και τζιβάδα
- τσιβαδιέρα
- τσίγκος
- τσίμα
- τσιμάρω
- τσίμα τσίμα
- τσιμινιέρα
- τσιφούτια
- τσούρμο
- φαλιμέντο
- φαλίρω
- Φαλκονέρα
- φάλτσο
- φαλτσογωνιά
- φαλτσοκόφτης
- φαλτσολόγος
- φαλτσοπρίονο
- φασίνα
- φατούρα
- φάτσα
- φελούκα
- φιγούρα
- φιλάνδρα και φιλάντρα
- φιλτράρω
- φίλτρο
- φινεστρίνι και φινιστρίνι
- φινίρω
- φιόγκος
- φλάντζα
- φλότα
- φλοτίλια
- φόρμα
- φόρτσα
- φορτσάρω
- φορτσάτος
- φουντάρω
- φούντο
- φράγκο1
- φράγκο2
- φρεγάτα και φρεγάδα και φεργάδα
- φρέζα
- φρεζάρω
- φρεσκάρω
- φρέσκος