navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μάρκα

μάρκα

η, ουσ.

  1. (οικον.) α) σήμα προϊόντων, στάμπα, β) ονομασία εταιρείας, φίρμα, γ) αρχικά ονόματος κεντημένα σε ύφασμα
  2. κέρμα από διάφορες ύλες που αντιπροσωπεύει συμβατική αξία και χρησιμοποιείται σ’ εστιατόρια, λέσχες κ.λπ.
  3. (μτφ.) πονηρός άνθρωπος, ο καταφερτζής.

Ετυμολογία

< ιταλ. marca < γοτθ. [δηλ. παλαιό γερμανικό] marka [= σύνορο].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μάρκα», σ. 503. https://navalhistory.gr/lexiko/μαρκα/