μάρκα
η, ουσ.
- (οικον.) α) σήμα προϊόντων, στάμπα, β) ονομασία εταιρείας, φίρμα, γ) αρχικά ονόματος κεντημένα σε ύφασμα
- κέρμα από διάφορες ύλες που αντιπροσωπεύει συμβατική αξία και χρησιμοποιείται σ’ εστιατόρια, λέσχες κ.λπ.
- (μτφ.) πονηρός άνθρωπος, ο καταφερτζής.
Ετυμολογία
< ιταλ. marca < γοτθ. [δηλ. παλαιό γερμανικό] marka [= σύνορο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μάρκα», σ. 503. https://navalhistory.gr/lexiko/μαρκα/