σάλα
η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]
- (αρχιτ.) το μεγάλο δωμάτιο του σπιτιού που χρησιμεύει για την υποδοχή και τη φιλοξενία των επισκεπτών, συνών. σαλόνι
- (ναυπ.) μεγάλος κοινόχρηστος χώρος ψυχαγωγίας στα κρουαζιερόπλοια που περιλαμβάνει μπαρ, τραπέζια, καθίσματα, πίστα χορού και σκηνή παραστάσεων
- (κοινων.) δημόσια αίθουσα για κοσμικές εκδηλώσεις, διαλέξεις, συναυλίες, χορούς κ.λπ.
Ετυμολογία
< ιταλ. sala < αρχ. γερμ. Sal [= εξοχική κατοικία].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σάλα», σ. 741. https://navalhistory.gr/lexiko/σαλα/