navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σάλα

σάλα

η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

  1. (αρχιτ.) το μεγάλο δωμάτιο του σπιτιού που χρησιμεύει για την υποδοχή και τη φιλοξενία των επισκεπτών, συνών. σαλόνι
  2. (ναυπ.) μεγάλος κοινόχρηστος χώρος ψυχαγωγίας στα κρουαζιερόπλοια που περιλαμβάνει μπαρ, τραπέζια, καθίσματα, πίστα χορού και σκηνή παραστάσεων
  3. (κοινων.) δημόσια αίθουσα για κοσμικές εκδηλώσεις, διαλέξεις, συναυλίες, χορούς κ.λπ.

Ετυμολογία

< ιταλ. sala < αρχ. γερμ. Sal [= εξοχική κατοικία].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σάλα», σ. 741. https://navalhistory.gr/lexiko/σαλα/