navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λάσκος

λάσκος

-α, -ο, επίθ.

  1. αυτός που είναι χαλαρός, που δεν είναι τεντωμένος, συνών. μπόσικος, ξέσφιχτος, αντών. καργαρισμένος, τσιτωμένος
  2. άτονος.

Ετυμολογία

< ιταλ. lasco - lasca, προστ. του ρ. lascare [= αποκάμνω, χαλαρώνω] < λατιν. laxare < laxus [= χαλαρός, άτονος].

Επιρρήματα

λάσκα [επίρρ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λάσκος», σ. 476. https://navalhistory.gr/lexiko/λασκοσ/