λάσκος
-α, -ο, επίθ.
- αυτός που είναι χαλαρός, που δεν είναι τεντωμένος, συνών. μπόσικος, ξέσφιχτος, αντών. καργαρισμένος, τσιτωμένος
- άτονος.
Ετυμολογία
< ιταλ. lasco - lasca, προστ. του ρ. lascare [= αποκάμνω, χαλαρώνω] < λατιν. laxare < laxus [= χαλαρός, άτονος].
Επιρρήματα
λάσκα [επίρρ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λάσκος», σ. 476. https://navalhistory.gr/lexiko/λασκοσ/