navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τιράντα

τιράντα

η, ουσ.

  1. (ενδυμ.) κάθε μία λουρίδα από λάστιχο ή ύφασμα που συγκρατεί το παντελόνι ή τη φούστα, συνών. μπρετέλα
  2. υφασμάτινη λουρίδα που χρησιμοποιείται ως μέσο σύνδεσης, συγκράτησης ή συναρμογής, συνών. διάπηγμα.

Ετυμολογία

< ιταλ. tirante, μτχ. του ρ. tirare [= τραβώ].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τιράντα», σ. 833. https://navalhistory.gr/lexiko/τιραντα/