τιράντα
η, ουσ.
- (ενδυμ.) κάθε μία λουρίδα από λάστιχο ή ύφασμα που συγκρατεί το παντελόνι ή τη φούστα, συνών. μπρετέλα
- υφασμάτινη λουρίδα που χρησιμοποιείται ως μέσο σύνδεσης, συγκράτησης ή συναρμογής, συνών. διάπηγμα.
Ετυμολογία
< ιταλ. tirante, μτχ. του ρ. tirare [= τραβώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τιράντα», σ. 833. https://navalhistory.gr/lexiko/τιραντα/