navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τελάρο

τελάρο

το, ουσ.

  1. μικρό ανοιχτό κιβώτιο, συνήθως ξύλινο ή πλαστικό, κατάλληλο για τη μεταφορά οπωροκηπευτικών προϊόντων, μπουκαλιών, ψαριών ή διαφόρων αντικειμένων, συνών. καφάσι
  2. (τέχν.) ξύλινο πλαίσιο πάνω στο οποίο τεντώνουν το ύφασμα για κέντημα, το μουσαμά για τη ζωγραφική κλπ.
  3. (αρχιτ.) πλαίσιο κουφώματος, δηλ. πόρτας ή παραθύρου.

Ετυμολογία

< ιταλ. telaro και telaio [= αργαλειός, πλαίσιο] < λατιν. telarium υποκ. του tela [= αργαλειός].

Παράγωγα

τελαρώνω, τελάρωμα, τελαρωμένος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τελάρο», σ. 823. https://navalhistory.gr/lexiko/τελαρο/