τελάρο
το, ουσ.
- μικρό ανοιχτό κιβώτιο, συνήθως ξύλινο ή πλαστικό, κατάλληλο για τη μεταφορά οπωροκηπευτικών προϊόντων, μπουκαλιών, ψαριών ή διαφόρων αντικειμένων, συνών. καφάσι
- (τέχν.) ξύλινο πλαίσιο πάνω στο οποίο τεντώνουν το ύφασμα για κέντημα, το μουσαμά για τη ζωγραφική κλπ.
- (αρχιτ.) πλαίσιο κουφώματος, δηλ. πόρτας ή παραθύρου.
Ετυμολογία
< ιταλ. telaro και telaio [= αργαλειός, πλαίσιο] < λατιν. telarium υποκ. του tela [= αργαλειός].
Παράγωγα
τελαρώνω, τελάρωμα, τελαρωμένος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τελάρο», σ. 823. https://navalhistory.gr/lexiko/τελαρο/