navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πετσέτα

πετσέτα

η, ουσ.

  1. μαλακό απορροφητικό ύφασμα κατάλληλο για σκούπισμα του σώματος μετά από πλύσιμο ή των βρεγμένων αντικειμένων, συνών. χειρόμακτρο, προσόψι, πεσκίρι
  2. (νομίσμ.) παλιό νόμισμα της Ιταλίας.

Ετυμολογία

< ιταλ. pezzetta και pezzetto < pezzo [= κάθε κομμάτι, τεμάχιο] και pezza [= κομμάτι υφάσματος].

Παράγωγα

πετσετάς.

Σύνθετα

πετσετοθήκη, πετσετόπανο.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πετσέτα», σ. 659. https://navalhistory.gr/lexiko/πετσετα/