πετσέτα
η, ουσ.
- μαλακό απορροφητικό ύφασμα κατάλληλο για σκούπισμα του σώματος μετά από πλύσιμο ή των βρεγμένων αντικειμένων, συνών. χειρόμακτρο, προσόψι, πεσκίρι
- (νομίσμ.) παλιό νόμισμα της Ιταλίας.
Ετυμολογία
< ιταλ. pezzetta και pezzetto < pezzo [= κάθε κομμάτι, τεμάχιο] και pezza [= κομμάτι υφάσματος].
Παράγωγα
πετσετάς.
Σύνθετα
πετσετοθήκη, πετσετόπανο.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πετσέτα», σ. 659. https://navalhistory.gr/lexiko/πετσετα/