navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πόμπα

πόμπα

η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

(παρωχημένο) η αντλία.

Ετυμολογία

< βενετ. ή ιταλ. pompa < γαλλ. pompe < ολλανδ. pompe.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πόμπα», σ. 685. https://navalhistory.gr/lexiko/πομπα/