σέγα
η, ουσ.

(τεχνολ.) ηλεκτροκίνητο ή χειροκίνητο πριόνι για μέταλλα ή ξύλα, φορητό ή σταθερό, με λεπτή και συνήθως κοντή λάμα.
Ετυμολογία
< ιταλ. sega < segare < λατιν. secare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρ. seco [= κόβω].
Σύνθετα
σπαθοσέγα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σέγα», σ. 748. https://navalhistory.gr/lexiko/σεγα/