τσέρκι
το, ουσ.
- κύκλος, μεταλλική στεφάνη βαρελιού
- (αρχιτ.) κάθε ξύλινη ή μεταλλική ζώστρα στερέωσης
- παλιό παιδικό παιχνίδι στο οποίο χρησιμοποιούσαν τσέρκια.
Ετυμολογία
< ιταλ. cerchio < λατιν. circus [= κύκλος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσέρκι», σ. 852. https://navalhistory.gr/lexiko/τσερκι/