navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τσέρκι

τσέρκι

το, ουσ.

  1. κύκλος, μεταλλική στεφάνη βαρελιού
  2. (αρχιτ.) κάθε ξύλινη ή μεταλλική ζώστρα στερέωσης
  3. παλιό παιδικό παιχνίδι στο οποίο χρησιμοποιούσαν τσέρκια.

Ετυμολογία

< ιταλ. cerchio < λατιν. circus [= κύκλος].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσέρκι», σ. 852. https://navalhistory.gr/lexiko/τσερκι/