μπίγα
η, ουσ.
(τεχνολ.) α) ανυψωτικός γερανός σε πλοία, β) μεγάλη πλωτή πλατφόρμα με ενσωματωμένο στο κατάστρωμα γερανό, βίντζια και διάφορα άλλα εργαλεία για λιμενικές εργασίες, η οποία δεν διαθέτει μηχανή αλλά υποστηρίζεται από ρυμουλκό, 2. φορτωτήρας, γερανοφόρο όχημα.
Ετυμολογία
< ιταλ. biga [= α) κάρο, β) σχοινιά που στερεώνουν το κατάρτι] < λατιν. biga [= ζεύγος αλόγων που σέρνουν πολεμικό άρμα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπίγα», σ. 547. https://navalhistory.gr/lexiko/μπιγα/