γραδελάδα
Και: γραντελάδα
η, ουσ.

- τύπος μεταλλικής σκάρας, κατάλληλης για την πρόσβαση εγκαταστάσεων σε λεβητοστάσιο σκάφους ή σε βιομηχανικό κτήριο, για περιφράξεις, για κανάλια απορροής υδάτων, αλλιώς και μηχανοδιάδρομος
- ξύλινο πλέγμα πάνω από το δάπεδο του πιλοτήριου ή του ντους, για να μη λιμνάζουν και για να απομακρύνονται εύκολα τα νερά.
Ετυμολογία
< ιταλ. gradeladi και βενετ. gradelatti.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γραδελάδα και γραντελάδα», σ. 191. https://navalhistory.gr/lexiko/γραδελαδα-και-γραντελαδα/