navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φράγκο1

φράγκο1

το, ουσ.

  1. (οικον.) εμπορικός όρος που δηλώνει ότι στην τιμή του εμπορεύματος ενσωματώνονται τα μεταφορικά έξοδα
  2. (φρ.) «πόρτο φράγκο», δηλ. ελεύθερο λιμάνι.

Ετυμολογία

< ιταλ. franco [= ελεύθερος, ανεξάρτητος, απαλλαγμένος, ατελής].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φράγκο1», σ. 897. https://navalhistory.gr/lexiko/φραγκο1/