φράγκο1
το, ουσ.
- (οικον.) εμπορικός όρος που δηλώνει ότι στην τιμή του εμπορεύματος ενσωματώνονται τα μεταφορικά έξοδα
- (φρ.) «πόρτο φράγκο», δηλ. ελεύθερο λιμάνι.
Ετυμολογία
< ιταλ. franco [= ελεύθερος, ανεξάρτητος, απαλλαγμένος, ατελής].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φράγκο1», σ. 897. https://navalhistory.gr/lexiko/φραγκο1/