navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πρέσα

πρέσα

η, ουσ.

  1. (τεχνολ.) μηχάνημα: α) για κατεργασία μετάλλων με ισχυρή πίεση, β) για σύνθλιψη ή συγκόλληση αντικειμένων, γ) για περιποίηση μαλλιών, δ) για εκγύμναση του σώματος, ε) για σιδέρωμα ρούχων, και για άλλες διάφορες, κυρίως βιομηχανικής φύσεως, εργασίες, (φρ.) «υδραυλική / μηχανική / στροφαλοφόρα / κοχλιωτή πρέσα»,
  2. (τυπογρ.) το πιεστήριο.

Ετυμολογία

< ιταλ. pressa < γαλλ. presse < λατιν. premo [= πιέζω, πατώ].

Παράγωγα

πρεσαδόρος / πρεσαδόρα [= ειδικευμένος εργάτης/-τρια στο χειρισμό της πρέσας.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρέσα», σσ. 696-697. https://navalhistory.gr/lexiko/πρεσα/