μπαούλο
το, ουσ.
- ξύλινο ή μεταλλικό κιβώτιο στο οποίο, συνήθως, τοποθετούνται είδη ρουχισμού ή μαγειρικά σκεύη, συνών. κασέλα, σεντούκι, κάσα
- (μτφ.) α) ανόητος άνθρωπος, β) πολύ χοντρός.
Ετυμολογία
< ιταλ. baule < βενετ. baul < λατιν. baulus.
Παράγωγα
μπαουλάς, μπαουλάδικο.
Σύνθετα
μπαουλοντίβανο.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπαούλο», σ. 542. https://navalhistory.gr/lexiko/μπαουλο/