μόλα
επιφών.
ναυτικό πρόσταγμα που σημαίνει «άφησε!», «χαλάρωσε!», «λύσε!», (φρ.) «έγια μόλα», τράβα και άσε, «τίρα μόλα», τράβα και άφηνε, «μόλα κάβο», άφησε σχοινί.
Ετυμολογία
< ιταλ. molla < προστακτική του ιταλ. mollare [= βρέχω, βουτώ] < λατιν. mollis [= χαλαρός] ή αρχ. λατιν. ρ. mollum [= χαλαρώνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μόλα», σ. 531. https://navalhistory.gr/lexiko/μολα/