navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πίρος

πίρος

ο, ουσ.

  1. (εργαλ.) ξύλινη ή μεταλλική ράβδος, κυλινδρικής μορφής, κατάλληλη για τη σύνδεση μηχανικών εξαρτημάτων ή ξύλινων τμημάτων, συνών. ξυλοκάρφι, καβίλια, τζαβέτα, βλήτρο, μπουλόνι
  2. ξύλινο πώμα
  3. στρόφιγγα βαρελιού, συνών. βούλωμα.

Ετυμολογία

< (αντιδάνειο) < ιταλ. piro < λατιν. epiurus < αρχ. ἐπί-ουρος [= επιστάτης, φύλακας, επιμελητής, φρουρός] < ἐπί + οὖρος [= ευνοϊκός, ούριος άνεμος].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πίρος», σ. 665. https://navalhistory.gr/lexiko/πιροσ/