πίρος
ο, ουσ.
- (εργαλ.) ξύλινη ή μεταλλική ράβδος, κυλινδρικής μορφής, κατάλληλη για τη σύνδεση μηχανικών εξαρτημάτων ή ξύλινων τμημάτων, συνών. ξυλοκάρφι, καβίλια, τζαβέτα, βλήτρο, μπουλόνι
- ξύλινο πώμα
- στρόφιγγα βαρελιού, συνών. βούλωμα.
Ετυμολογία
< (αντιδάνειο) < ιταλ. piro < λατιν. epiurus < αρχ. ἐπί-ουρος [= επιστάτης, φύλακας, επιμελητής, φρουρός] < ἐπί + οὖρος [= ευνοϊκός, ούριος άνεμος].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πίρος», σ. 665. https://navalhistory.gr/lexiko/πιροσ/