navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βαρέλι

βαρέλι

το, ουσ.

  1. δες βαρέλα, συνών. βυτίο
  2. (σκωπτ.) πολύ παχύς άνθρωπος
  3. (νομίσμ.) παλιό φλωρεντινό ασημένιο νόμισμα
  4. (μαθημ.) μέτρο χωρητικότητας και όγκου που χρησιμοποιείται στην Αγγλία, τις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες, κυρίως, ως μονάδα μέτρησης πετρελαίου.

Ετυμολογία

< ιταλ. barile.

Παράγωγα

βαρελίσιος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαρέλι», σ. 148. https://navalhistory.gr/lexiko/βαρελι/