βαρέλι
το, ουσ.
- δες βαρέλα, συνών. βυτίο
- (σκωπτ.) πολύ παχύς άνθρωπος
- (νομίσμ.) παλιό φλωρεντινό ασημένιο νόμισμα
- (μαθημ.) μέτρο χωρητικότητας και όγκου που χρησιμοποιείται στην Αγγλία, τις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες, κυρίως, ως μονάδα μέτρησης πετρελαίου.
Ετυμολογία
< ιταλ. barile.
Παράγωγα
βαρελίσιος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαρέλι», σ. 148. https://navalhistory.gr/lexiko/βαρελι/