βόμβα
Και: μπόμπα
η, ουσ.
- (στρατ.) μεταλλική θήκη γεμισμένη με εκρηκτική ύλη, συνών. βλήμα
- μεγάλη φιάλη ή δοχείο
- (μτφ.) α) εκπληκτική είδηση, β) ποτό κακής ποιότητας, γ) οποιαδήποτε αιτία μπορεί να προκαλέσει αναστάτωση και ανατροπή στο πολιτικό σύστημα μιας χώρας, ακόμη και έναν πόλεμο μεταξύ χωρών
- απρόοπτο ατύχημα.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < ιταλ. bomba < λατιν. bombus < αρχ. βόμβος.
Παράγωγα
βομβιστής, βομβίστρια, βομβιστικός, βομβίδα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βόμβα και μπόμπα», σ. 160. https://navalhistory.gr/lexiko/βομβα-και-μπομπα/