navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βόμβα και μπόμπα

βόμβα

Και: μπόμπα

η, ουσ.

  1. (στρατ.) μεταλλική θήκη γεμισμένη με εκρηκτική ύλη, συνών. βλήμα
  2. μεγάλη φιάλη ή δοχείο
  3. (μτφ.) α) εκπληκτική είδηση, β) ποτό κακής ποιότητας, γ) οποιαδήποτε αιτία μπορεί να προκαλέσει αναστάτωση και ανατροπή στο πολιτικό σύστημα μιας χώρας, ακόμη και έναν πόλεμο μεταξύ χωρών
  4. απρόοπτο ατύχημα.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο) < ιταλ. bomba < λατιν. bombus < αρχ. βόμβος.

Παράγωγα

βομβιστής, βομβίστρια, βομβιστικός, βομβίδα.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βόμβα και μπόμπα», σ. 160. https://navalhistory.gr/lexiko/βομβα-και-μπομπα/