navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μπατάρω και μπατέρνω

μπατάρω

Και: μπατέρνω

ρ. [μετβ.]

  1. (για σκάφος) γέρνω προς μια πλευρά
  2. αναποδογυρίζω
  3. (μτφ.) φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση
  4. (μτφ.) [αμετβ.] α) χρεοκοπώ, β) ναυαγώ, γ) ανατρέπομαι, συνών. τουμπάρω, αναποδογυρίζομαι.

Ετυμολογία

< ιταλ. battere [= χτυπώ] < βενετ. bater < λατιν. battuo [= κόβω, κρούω].

Παράγωγα

μπατάρισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπατάρω και μπατέρνω», σ. 545. https://navalhistory.gr/lexiko/μπαταρω-και-μπατερνω/