ρεσπέτος
-η, -ο, επίθ.
- ανταλλακτικός
- (τεχνολ.) εξάρτημα που μπαίνει στη θέση άλλου επειδή έχει χαθεί ή φθαρεί, συνήθως σε πλοία, αμοιβός [= αυτός που εναλλάσσεται, που παίρνει τη θέση άλλου, που διαδέχεται κάποιον].
Ετυμολογία
< ιταλ. rispetto [= σεβασμός αλλά και αντικατάσταση) < λατιν. respicere [= βλέπω, προσβλέπω], ή
ή < βενετ. respeto.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρεσπέτος», σ. 729. https://navalhistory.gr/lexiko/ρεσπετοσ/