στιλέτο
το, ουσ.
- (στρατ.) είδος μικρού και κοφτερού μαχαιριού, συνήθως πτυσσόμενου
- (μτφ.) ύπουλη και επιθετική ενέργεια σε βάρος κάποιου μεμονωμένου προσώπου ή λαού.
Ετυμολογία
< ιταλ. stiletto, υποκ. του λατιν. stylus και stilus [= γραφίδα]. Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο, που η ιδιοτροπία μ’ έκαμε και το ’καμα δικό μου· κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω, φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου…
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στιλέτο», σ. 787. https://navalhistory.gr/lexiko/στιλετο/