navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αλπακάς

αλπακάς

ο, ουσ.

1. (χημ.) κράμα από χαλκό, κασσίτερο, νικέλιο, συνών. νεάργυρος.

Ετυμολογία

< ιταλ. alpaca < αγνώστου ετύμου.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλπακάς», σ. 68. https://navalhistory.gr/lexiko/αλπακασ/