μουστέλα
η, ουσ.
α) (ζωολ.) θηλαστικό της οικογένειας των μουστελιδών, νυφίτσα, β) (ιχθυολ.) είδος ψαριού [δες μούστελος].
Ετυμολογία
< ιταλ. mustella.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μουστέλα», σ. 538. https://navalhistory.gr/lexiko/μουστελα/