ζαγκέτα
η, ουσ. [γνωστό αλλιώς και ως: ζακέτα]
(ιχθυολ.) βενθικό είδος ψαριού [συγγενικό της γλώσσας] που μαζί με τα είδη Solea vulgaris και Lepidorhombus boschi αποτελούν τα πιο σημαντικά πλατύψαρα που αλιεύονται στη Μεσόγειο, η επιστ. του ονομ: Citharus linguatula.
Ετυμολογία
< ιταλ. zanchétta < υποκοριστικό του zanca.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζαγκέτα», σ. 324. https://navalhistory.gr/lexiko/ζαγκετα/