navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πρίμος

πρίμος

-α, -ο, επίθ.

  1. πρώτος, ο σπουδαιότερος, ο σημαντικότερος
  2. (μετεωρ.) αέρας ευνοϊκός για τα πλοία, ο ούριος άνεμος.

Ετυμολογία

< ιταλ. primo < λατιν. primus [= πρώτος] < prior [= πρότερος].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρίμος», σ. 697. https://navalhistory.gr/lexiko/πριμοσ/