πρίμος
-α, -ο, επίθ.
- πρώτος, ο σπουδαιότερος, ο σημαντικότερος
- (μετεωρ.) αέρας ευνοϊκός για τα πλοία, ο ούριος άνεμος.
Ετυμολογία
< ιταλ. primo < λατιν. primus [= πρώτος] < prior [= πρότερος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρίμος», σ. 697. https://navalhistory.gr/lexiko/πριμοσ/