πλίκος
ο, ουσ.
- (κυρίως για χαρτονομίσματα) δεσμίδα, μάτσο
- περιτύλιγμα, φάκελος.
Ετυμολογία
< ιταλ. plico [= φάκελος, πτυχή] < λατιν. plico [= διπλώνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλίκος», σ. 675. https://navalhistory.gr/lexiko/πλικοσ/