navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πλίκος

πλίκος

ο, ουσ.

  1. (κυρίως για χαρτονομίσματα) δεσμίδα, μάτσο
  2. περιτύλιγμα, φάκελος.

Ετυμολογία

< ιταλ. plico [= φάκελος, πτυχή] < λατιν. plico [= διπλώνω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλίκος», σ. 675. https://navalhistory.gr/lexiko/πλικοσ/