navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σοβράνος

σοβράνος

-α, -ο, επίθ.

  1. αυτός που βρίσκεται με το μέτωπο προς τον άνεμο, συνών. προσήνεμος, αντών. απάγκιος, απάνεμος, ανεμοσκεπής
  2. (η αιτ. ουδ. ως επίρρ.) σοβράνο, προς τη μεριά του ανέμου, και σοφράνο, αντών. σταβέντο και σταβέτο και σοτοβέντο
  3. (φρ.) «παίρνω τα σοβράνα», δηλ. πηγαίνω προς τη μεριά που πνέει ο άνεμος, «από σοβράνο μεριά», από την πλευρά του πλοίου που προσβάλλεται από τον άνεμο, «σοβράνο κόστα / μπάντα».

Ετυμολογία

< ιταλ. sovrano [= κυρίαρχος, ύψιστος].

Παράγωγα

σοβρανάρω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σοβράνος», σ. 773. https://navalhistory.gr/lexiko/σοβρανοσ/