ραφιναμέντο
το, ή ραφινάρισμα, το, ουσ.
- (χημ.) α) καθάρισμα μιας ουσίας με χημικά μέσα, β) επεξεργασία του λαδιού για ν’ απαλλαχθεί από τα ελεύθερα οξέα
- (μτφ.) αισθητική καλλιέργεια.
Ετυμολογία
< ιταλ. raffinamento < raffinare < re [= ξανά] + affinare < fino [= λεπτός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ραφιναμέντο», σ. 727. https://navalhistory.gr/lexiko/ραφιναμεντο/