navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τσιμινιέρα

τσιμινιέρα

η, ουσ.

(αρχιτ.) καπνοδόχος πλοίων ή εργοστασίων, συνών. φουγάρο.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο) < ιταλ. ciminiera < λατιν. caminus < αρχ. κάμινος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσιμινιέρα», σ. 853. https://navalhistory.gr/lexiko/τσιμινιερα/