πεσκαντρίτσα
Και: πεσκανδρίτσα, μπεσκαντρίτσα
η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

(ιχθυολ.) ψάρι του βυθού, γνωστό και ως [τοπικές ονομασίες στον ελλαδικό χώρο] βατραχόψαρο, φλάσκα, φανάρι, σκλεμπού και σκερπελέτσο, η επιστ. του ονομ.: Lophius piscatorius, [διώνυμο], μορφολογικά διακρίνεται για το μεγάλο πλατύ και επίπεδο κεφάλι, τα αιχμηρά δόντια και σώμα χωρίς λέπια, το μήκος του μπορεί να φθάσει έως και τα 2 μ. ενώ το βάρος του το μέγιστο τα 60 κιλά, τρέφεται με ψάρια και σπανιότερα με θαλασσοπούλια.
Ετυμολογία
< ιταλ. [rana] pescatrice [= ψαράς] (διαλεκτ. piscadrizi) < λατ. piscatrix, -ïcis < piscis [= ψάρι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πεσκαντρίτσα, ή πεσκανδρίτσα, ή μπεσκαντρίτσα», σ. 656. https://navalhistory.gr/lexiko/πεσκαντριτσα-η-πεσκανδριτσα-η-μπεσκαντριτσα/