navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τσίγκος

τσίγκος

ο, ουσ.

  1. (χημ.) το μέταλλο ψευδάργυρος
  2. (τυπογρ.) πλάκα εκτύπωσης στη μέθοδο όφσετ
  3. λαμαρίνα με επικάλυψη ψευδάργυρου.

Ετυμολογία

< ιταλ. zinco < γερμ. Zink.

Παράγωγα

τσίγκινος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσίγκος», σ. 852. https://navalhistory.gr/lexiko/τσιγκοσ/