τσίγκος
ο, ουσ.
- (χημ.) το μέταλλο ψευδάργυρος
- (τυπογρ.) πλάκα εκτύπωσης στη μέθοδο όφσετ
- λαμαρίνα με επικάλυψη ψευδάργυρου.
Ετυμολογία
< ιταλ. zinco < γερμ. Zink.
Παράγωγα
τσίγκινος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσίγκος», σ. 852. https://navalhistory.gr/lexiko/τσιγκοσ/