navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › ομπρέλ(λ)α

ομπρέλ(λ)α

η, ουσ.

  1. φορητή ατομική κατασκευή που μας προφυλάσσει από τη βροχή ή τον ήλιο, συνών. αλεξιβρόχιο, αλεξήλιο
  2. (μτφ.) κάθε σχηματισμός που προσφέρει προστασία σε αδυνάτους.

Ετυμολογία

< ιταλ. ombrella < ombra < λατιν. umbra [= σκιά].

Παράγωγα

ομπρελ(λ)άς, ομπρελ(λ)άδικο.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ομπρέλ(λ)α», σ. 604. https://navalhistory.gr/lexiko/ομπρελλα/