ομπρέλ(λ)α
η, ουσ.
- φορητή ατομική κατασκευή που μας προφυλάσσει από τη βροχή ή τον ήλιο, συνών. αλεξιβρόχιο, αλεξήλιο
- (μτφ.) κάθε σχηματισμός που προσφέρει προστασία σε αδυνάτους.
Ετυμολογία
< ιταλ. ombrella < ombra < λατιν. umbra [= σκιά].
Παράγωγα
ομπρελ(λ)άς, ομπρελ(λ)άδικο.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ομπρέλ(λ)α», σ. 604. https://navalhistory.gr/lexiko/ομπρελλα/