γκάγκαρο
το, ουσ. [γεν. του γκάγκαρου, - ρων]
βαρύ ξύλο κρεμασμένο με σκοινί που ασφάλιζε την αυλόπορτα.
Ετυμολογία
< ιταλ. gangherro, ή
ή < τουρκ. gaga [= ράμφος πουλιού].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γκάγκαρο», σ. 184. https://navalhistory.gr/lexiko/γκαγκαρο/