φόρτσα
επίρρ.
- ένταση, δύναμη, ορμή, αντών. κάλμα
- [ως επίρρ.] δυνατά, γερά [ως παρότρυνση για αύξηση της απόδοσης].
Ετυμολογία
< ιταλ. forza < λατιν. fortis [= δυνατός, ανδρείος].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φόρτσα», σ. 894. https://navalhistory.gr/lexiko/φορτσα/