μπάστα
επίρρ.
αρκεί, σταμάτα, ως εδώ, συνών. αρκετά.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < ιταλ. basta < προστακτική του bastare [= αρκώ, σταματώ] < μσν. λατιν. bastare < ίσως από το αρχ. βαστάζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπάστα», σ. 544. https://navalhistory.gr/lexiko/μπαστα/