παλίνουρος
ο, ουσ.
(ιχθυολ.) είδος αστακού με μεγάλη εμπορική αξία, κάραβος.
Ετυμολογία
< ιταλ. palinuro.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παλίνουρος», σ. 624. https://navalhistory.gr/lexiko/παλινουροσ/