navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ραφινάρω

ραφινάρω

ρ. [μετβ.]

  1. απομακρύνω κάθε είδους περιττά στοιχεία, συνών. διυλίζω, φιλτράρω, λαμπικάρω
  2. (μτφ.) εξευγενίζω.

Ετυμολογία

< ιταλ. raffinare < re [= ξανά] + affinare [= καθαρίζω κυρίως μεταλλική επιφάνεια] < fino [= λεπτός].

Παράγωγα

ραφινάρισμα.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ραφινάρω», σ. 727. https://navalhistory.gr/lexiko/ραφιναρω/