navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκάρτος

σκάρτος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν έχει αξία, συνών. άχρηστος, ευτελής
  2. ελαττωματικός
  3. (μτφ.) αυτός που έχει άσχημο χαρακτήρα, που συμπεριφέρεται με απρεπή και ανήθικο τρόπο.

Ετυμολογία

< ιταλ. scarto [= ξεκαθάρισμα, αποβολή].

Παράγωγα

σκαρτεύω, σκαρταδούρα, σκαρτάδος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκάρτος», σ. 765. https://navalhistory.gr/lexiko/σκαρτοσ/