σκάρτος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν έχει αξία, συνών. άχρηστος, ευτελής
- ελαττωματικός
- (μτφ.) αυτός που έχει άσχημο χαρακτήρα, που συμπεριφέρεται με απρεπή και ανήθικο τρόπο.
Ετυμολογία
< ιταλ. scarto [= ξεκαθάρισμα, αποβολή].
Παράγωγα
σκαρτεύω, σκαρταδούρα, σκαρτάδος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκάρτος», σ. 765. https://navalhistory.gr/lexiko/σκαρτοσ/