φαλίρω
ρ. [μετβ.]
χρεοκοπώ, πτωχεύω.
Ετυμολογία
< ιταλ. fallire [= πτωχεύω] < λατιν. fallere [= απατώ, ψεύδομαι).
Παράγωγα
φαλίρισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φαλίρω», σ. 883. https://navalhistory.gr/lexiko/φαλιρω/