φρέσκος
-η και -ια, -ο, επίθ.
- αυτός που είναι νωπός, αντών. μπαγιάτικος
- πρόσφατος, της ώρας
- (συνεκδ.) δροσερός, δροσάτος, ευχάριστα ψυχρός
- (μτφ.) α) ακμαίος, ζωηρός, ευδιάθετος, β) αυτός που διαθέτει ελάχιστη εμπειρία.
Ετυμολογία
< ιταλ. fresco -ς < αρχ. γερμ. frisk.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φρέσκος», σ. 898. https://navalhistory.gr/lexiko/φρεσκοσ/