navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φρέσκος

φρέσκος

-η και -ια, -ο, επίθ.

  1. αυτός που είναι νωπός, αντών. μπαγιάτικος
  2. πρόσφατος, της ώρας
  3. (συνεκδ.) δροσερός, δροσάτος, ευχάριστα ψυχρός
  4. (μτφ.) α) ακμαίος, ζωηρός, ευδιάθετος, β) αυτός που διαθέτει ελάχιστη εμπειρία.

Ετυμολογία

< ιταλ. fresco -ς < αρχ. γερμ. frisk.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φρέσκος», σ. 898. https://navalhistory.gr/lexiko/φρεσκοσ/