navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τεζάρω

τεζάρω

ρ.

  1. [μετβ.] τεντώνω ή γεμίζω κάτι
  2. [αμετβ.] α) μένω ακίνητος, άκαμπτος, β) (μτφ.) εξαντλούμαι, καταρρέω σωματικά, βιολογικά, συνών. πεθαίνω, λιποθυμώ.

Ετυμολογία

< < ιταλ. tesare [= τεντώνω, διατείνω] < teso < λατιν. tensus.

Παράγωγα

τεζάρισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τεζάρω», σ. 822. https://navalhistory.gr/lexiko/τεζαρω/