navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φινίρω

φινίρω

ρ. [μετβ.]

α) βρίσκομαι στο τελευταίο στάδιο μιας εργασίας, β) τελειοποιώ κάτι, γ) προσέχω τις λεπτομέρειες πριν την ολοκλήρωση της εργασίας.

Ετυμολογία

< ιταλ. finire < λατιν. finire [= ορίζω] < finis [= τέλος].

Παράγωγα

φινίρισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φινίρω», σ. 890. https://navalhistory.gr/lexiko/φινιρω/