navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δόγα και δούγα και ντόγα και ντούγια

δόγα

Και: δούγα, ντόγα, ντούγια

η, ουσ.

  1. κυρτωμένη σανίδα βαρελιού, συνών. βαρελοσανίδα, βαρελοσάνιδο
  2. Μεταλλική στεφάνη βαρελιού που συγκρατεί τις βαρελοσανίδες.

Ετυμολογία

< ιταλ. ή βενετ. doga < μτγν. λατιν. doga [= δοχείο] < ετρουσκικής προέλευσης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δόγα και δούγα και ντόγα και ντούγια», σ. 231. https://navalhistory.gr/lexiko/δογα-και-δουγα-και-ντογα-και-ντουγια/