δόγα
Και: δούγα, ντόγα, ντούγια
η, ουσ.
- κυρτωμένη σανίδα βαρελιού, συνών. βαρελοσανίδα, βαρελοσάνιδο
- Μεταλλική στεφάνη βαρελιού που συγκρατεί τις βαρελοσανίδες.
Ετυμολογία
< ιταλ. ή βενετ. doga < μτγν. λατιν. doga [= δοχείο] < ετρουσκικής προέλευσης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δόγα και δούγα και ντόγα και ντούγια», σ. 231. https://navalhistory.gr/lexiko/δογα-και-δουγα-και-ντογα-και-ντουγια/