τούμπο
το, ουσ.
(τεχνολ.) σιδηροσωλήνας χωρίς ραφή σε λέβητα κεντρικής θέρμανσης.
Ετυμολογία
< ιταλ. tubo < λατιν. tuba [= σάλπιγγα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τούμπο», σ. 837. https://navalhistory.gr/lexiko/τουμπο/